ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
33ο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο.
Αθήνα, 2 Μαΐου 2007
Ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα που θα μπορούσε κανείς να διαπράξει την εποχή που ήμουν φοιτητής, ήταν να συνδέσει, μέσα στην ίδια φράση, τις λέξεις «εγκέφαλος» και «συνείδηση». Διότι, βλέπετε, τότε ξέραμε όλοι μας και προπάντων οι ψυχολόγοι, ότι η συνείδηση είναι ένας μύθος ή ένα επιφαινόμενο, όπως την είχε χαρακτηρίσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο Thomas Huxley. Δηλαδή, μια λέξη άδεια∙ μια λέξη χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.
Παρήλθαν όμως της παντογνωσίας οι χρόνοι, και σιγά-σιγά παραδεχτήκαμε όλοι το πασιφανές: ότι δηλαδή η συνείδηση είναι κάθε άλλο παρά «έπος αέριον». Εκτός και αν είμαστε διατεθειμένοι να θεωρήσουμε την αφή, την όραση, την ακοή, τον λόγο (κι εδώ εννοώ και την γλώσσα και τη νόηση), εκφράσεις ομοίως κενές περιεχομένου. Διότι η ακοή, η αφή, η όραση, η γλώσσα και η νόηση, δεν μπορεί παρά να είναι, τουλάχιστον εν μέρει, λειτουργίες του συνειδέναι εφόσον πολλά από τα παράγωγά τους, τουλάχιστον στην περίπτωση του ανθρώπου, είναι συνειδητές εμπειρίες.
Βέβαια, υπάρχει και η άποψη ότι η συνείδηση είναι μια λειτουργία ανεξάρτητη από την νόηση και τις πέντε αισθήσεις με εντελώς δικό της εγκεφαλικό μηχανισμό ο οποίος δρα ανεξάρτητα από αυτούς των άλλων λειτουργιών. Πράγμα μάλλον παράδοξο διότι σημαίνει ότι μπορεί να έχουμε συνειδητές εμπειρίες που δεν είναι ούτε νοητικές ούτε αισθητικές.
Κάποιοι μάλιστα έχουν αποφανθεί, κυρίως βάσει των ψυχονοητικών επιπτώσεων της διατομής του μεσολοβίου, ότι η επιπρόσθετη αυτή λειτουργία, η συνείδηση, δεν είναι άλλη από τη λειτουργία προσλήψεως και εκφοράς του λόγου. Μια εκδοχή που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει γλώσσας, εκλείπει και η συνείδηση και στο συμπέρασμα ότι μόνον το είδος άνθρωπος που διαθέτει γλώσσα διαθέτει συνείδηση.
Όπως όμως και να έχει το πράγμα είναι πλέον φανερό ότι η συνείδηση, ως λειτουργία, είτε ως προέκταση άλλων λειτουργιών είτε ως αυτόνομη οντότητα, όντως υφίσταται. Η ύπαρξή της, βέβαια, προϋποθέτει την ύπαρξη του αντιστοίχου εγκεφαλικού μηχανισμού όπως την προϋποθέτει κάθε άλλη βιολογική ή ψυχονοητική λειτουργία.
Αλλά, από την εποχή που χωρίσαμε την ανθρώπινη φύση σε ψυχή και σώμα εδώ κι αιώνες, έως τις μέρες μας, όταν συνδέει κανείς μέσα στην ίδια φράση τις λέξεις «μηχανισμός» και «συνείδηση» πάντα διακινδυνεύει να πυροδοτήσει διαμαρτυρίες του ιδίου σθένους αν και αντιθέτου ιδεολογικού προσήμου, από αυτές που, όπως είπα, άκουγα όταν ήμουν φοιτητής και οι οποίες τότε εξέφραζαν το απόλυτο κράτος του αφελούς συμπεριφορισμού του Watson και του Skinner και του άκρατου και ακραίου υλισμού της πλειονότητας των νευροφυσιολόγων.
Εάν συνδέσει λοιπόν κανείς μέσα στην ίδια φράση τις λέξεις «μηχανισμός» και «συνείδηση» πιθανότατα θα ακούσει ενστάσεις του είδους:
«πώς είναι ποτέ δυνατόν η άϋλη, η καθαρά νοητή επίγνωση, αυτό το άρρητο ποιόν της ανθρώπινης εμπειρίας, να είναι παράγωγο ενός οποιουδήποτε υλικού, μηχανισμού;»
Εύλογη, από μια σκοπιά, η ένσταση. Όμως, επειδή ακόμα και η συντομότατη ανάλυσή της απαιτεί περιπλανήσεις στους λαβυρίνθους της οντολογίας για τις οποίες ούτε εγώ, ούτε, φαντάζομαι, και εσείς έχετε ιδιαίτερη διάθεση απόψε, θα αρκεστώ να καθησυχάσω τους τυχόν διαμαρτυρομένους λέγοντας ότι, αυτό που προτείνω εδώ, είναι απλό και αδιαφιλονίκητο. Θέλω να πω, φιλοσοφικά ή ιδεολογικά ουδέτερο. Κάτι πού ακόμα και οι μαχόμενοι ιδεαλιστές δεν είναι δυνατό να αρνηθούν. Ότι δηλαδή, κάποιος εγκεφαλικός μηχανισμός είναι αναγκαίος (και όχι, αναγκαστικά, αναγκαίος και ικανός, δηλαδή αυτάρκης), απλά και μόνον αναγκαίος, για να προκύψουν συνειδητές εμπειρίες.
Φαντάζομαι λοιπόν, ότι με μια τέτοια πρόταση κανείς δεν διαφωνεί. Αλλά, όσους από εσάς τυχαίνει να ενδιαφέρει μια πιο ενδελεχής ανάλυση αυτού του θέματος, τους παραπέμπω στο αφιέρωμα του περιοδικού «Σύγχρονα Θέματα». Και επειδή ακούω ότι
το τεύχος αυτό έχει εξαντληθεί, τους παραπέμπω επίσης στην ιστοσελίδα που βλέπετε στη διαφάνεια, όπου τα ίδια κείμενα που περιέχονται στο αφιέρωμα, είναι εκεί αναρτημένα.
Αφήνω λοιπόν εδώ την διαφάνεια για να σημειώσετε όσοι θέλετε τη διεύθυνση, και προχωρώ σε δυο διευκρινήσεις που έπρεπε να είχαν γίνει από ώρα: Τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «λειτουργία» και τι «μηχανισμός». Λοιπόν, με τον όρο λειτουργία εννοώ απλώς τον αλγόριθμο παραγωγής φαινομένων του ίδιου είδους -κάτι ανάλογο του λογισμικού των ηλεκτρονικών υπολογιστών –το πρόγραμμα, μ’ άλλα λόγια, βάσει του οποίου παράγονται συγκεκριμένα, διακριτά αλλά ομοειδή φαινόμενα (ακουστικές εμπειρίες, ας πούμε).
Με εγκεφαλικό «μηχανισμό» απ’ τ’ άλλο μέρος, εννοώ το σύνολο των νευρωνικών κυκλωμάτων μέσα στα οποία είναι ενσωματωμένοι και μέσω των οποίων εκφράζονται αυτοί οι αλγόριθμοι, αυτά τα προγράμματα -κάτι ανάλογο των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων των υπολογιστών και κάτι επίσης ανάλογο αυτού που κάποτε ονομάζαμε «εγκεφαλικό κέντρο» (κέντρο προσοχής, κέντρο μνήμης και ούτω καθ’ εξής) αλλά με δύο βασικές διαφορές. Πρώτον, τη διαφορά ότι οι μηχανισμοί δεν εδράζονται εξ’ ολοκλήρου σε ένα σημείο του εγκεφάλου όπως τα πρώην κέντρα, αλλά είναι πολυεστιακοί: τα διάφορα μέρη τους είναι κατανεμημένα σε πολλά σημεία του εγκεφάλου. Δεύτερον, και το κυριότερο. Κάθε μέρος οποιουδήποτε μηχανισμού ενδέχεται να συμμετέχει σε μηχανισμούς διαφορετικών λειτουργιών. Δεν είναι δηλαδή αποκλειστικό εξάρτημα ενός μόνον μηχανισμού -και θα σας δείξω αργότερα παραδείγματα τέτοιων «εξαρτημάτων» που έχουν αποκαλυφθεί με τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους.
Αλλά, πριν πάμε στα νευροαπεικονιστικά δεδομένα, ας ολοκληρώσουμε, στο μέτρο πάντα του εφικτού, το θέμα που αφήσαμε μετέωρο: Είναι, λοιπόν, η συνείδηση μια ανεξάρτητη από τις άλλες λειτουργία, ή είναι, στον άνθρωπο τουλάχιστον, προέκταση της κάθε αισθητικής λειτουργίας και της λειτουργίας του λόγου; (και εδώ με «λόγο» πάλι εννοώ και ομιλία και νόηση).
Τίποτα στην υποκειμενική μας εμπειρία δεν συνάδει με την πρώτη εκδοχή. Δεν φαίνεται να υπάρχουν ενδείξεις ότι η λειτουργία του συνειδέναι δρα ανεξάρτητα από τις άλλες λειτουργίες. Όταν έχουμε επίγνωση, πάντα έχουμε επίγνωση συγκεκριμένων αισθητών ή νοητών πραγμάτων ποτέ επίγνωση γενικώς και αορίστως* ποτέ επίγνωση κανενός πράγματος. Η δε επίγνωση των αισθητών είναι επίγνωση παραγώγων ή μίας αισθήσεως ή, συνηθέστερα, ενός συνδυασμού περισσοτέρων της μιας.
Επιπλέον, αν και συνήθως η συνειδητή εμπειρία όποιου αισθητού συνοδεύεται από την συνειδητή γνώση του ονόματός του, είναι επίσης δυνατόν να βιώνουμε όψεις του κόσμου γύρω μας που ή δεν μπορούμε ή δεν ενδιαφερόμαστε να τις κατονομάσουμε είτε αυτόματα και αντανακλαστικά είτε εσκεμμένα. Και αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία της συνειδήσεως, αν πρόκειται για μια ανεξάρτητη λειτουργία, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την γλωσσική λειτουργία.
Έχουμε βέβαια και επίγνωση πραγμάτων νοητών –επίγνωση της έννοιας «αξιοπρέπεια» παραδείγματος χάριν, ή της ιδέας «τετραγωνική ρίζα του 2» στις οποίες, πέρα απ’ τη νόηση, δεν συμμετέχει καμία αίσθηση αν και μπορεί να συμμετέχει η φαντασία.
Παρεμπιπτόντως, αυτό το αναφέρω, και είναι σχετικό με το θέμα μας,
διότι υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εγκεφαλικοί μηχανισμοί των επιμέρους αισθήσεων ενεργοποιούνται επιλεκτικά όταν έχουμε αντιστοίχου είδους νοητές εικόνες. Οι ίδιες εγκεφαλικές περιοχές φαίνεται να ενεργοποιούνται και όταν βλέπει και όταν φαντάζεται κανείς την όψη ενός αντικειμένου.
Αλλά, για να επανέλθω, τόσο στην περίπτωση των νοητών όσο και στην περίπτωση των αισθητών πού είπαμε προηγουμένως, δεν φαίνεται να υπάρχει επίγνωση ανεξάρτητη των λειτουργιών της νοήσεως, της γλώσσας και της φαντασίας.
Τα κλινικά δεδομένα επίσης φαίνονται πιο συμβατά με την εκδοχή ότι η συνείδηση δεν είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη από τις άλλες λειτουργίες αλλά ένα μέρος, μια όψη, μια προέκταση όπως μόλις είπα, της λειτουργίας του λόγου (νοουμένου ως νόηση αλλά και ως ομιλία) και ως προέκταση κάθε αισθητικής λειτουργίας: Διότι, ως γνωστόν, εγκεφαλικές βλάβες, εστιακές ή μη, ποτέ δεν αναστέλλουν τη συνείδηση αφήνοντας ανέπαφες τις λειτουργίες του λόγου, της αφής, της ακοής και των λοιπών αισθήσεων. Αντιθέτως, βλάβες στον εγκέφαλο, ειδικά εστιακές, προκαλούν απώλεια εμπειριών κάποιου συγκεκριμένου είδους εξ ου και οι διάφορες αφασίες και αγνωσίες.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα δεδομένα της ψυχολογίας, και της νευροφυσιολογίας, περιλαμβανομένων και εκείνων των νευροαπεικονιστικών μεθόδων στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στο συμπέρασμα, δηλαδή, ότι κάθε εγκεφαλικός μηχανισμός που έχει ως τώρα περιγραφεί, και ο οποίος άπτεται της λειτουργίας του συνειδέναι, είναι ταυτόχρονα μηχανισμός είτε του λόγου (διττώς πάλι εννοουμένου) είτε της μιας ή της άλλης αισθητικής λειτουργίας ή κάποιου συνδυασμού λειτουργιών.
Ποια είναι λοιπόν αυτά τα σχετικά με το θέμα νευροαπεικονιστικά δεδομένα και πως συλλέγονται: Όταν εκτελείται μια λειτουργία, οι διάφορες δομές ή τα κυκλώματα που απαρτίζουν τον εγκεφαλικό της μηχανισμό, ενεργοποιούνται με ιδιαίτερη, στην κάθε περίπτωση, ένταση, χρονική σειρά και διάρκεια. Ενεργοποίηση δε σημαίνει, πρώτον, επιτάχυνση του ρυθμού επικοινωνίας των νευρώνων μέσω ηλεκτροχημικών σημάτων.

Δεύτερον, αύξηση του ρυθμού του μεταβολισμού γλυκόζης και οξυγόνου στα ενεργοποιημένα κύτταρα και, τρίτον, αύξηση του ρυθμού αιματώσεως των ίδιων (ενεργοποιημένων) νευρωνικών κυκλωμάτων. Κάθε μια από αυτές τις τρείς διαδοχικές φάσεις της ενεργοποιήσεως συνεπάγεται ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία η οποία εν είδη συγκεκριμένου και ιδιομόρφου για την κάθε λειτουργία χωρο-χρονικού σχηματισμού είναι δυνατόν να καταγραφεί με τις μεθόδους λειτουργικής νευροαπεικονίσεως: Με την Μαγνητοεγκεφαλογραφία, ο σχηματισμός της νευρωνικής επικοινωνίας, με την τομογραφία μέσω εκπομπής ποζιτρονίων αυτός του μεταβολισμού και του ρυθμού τοπικής αιματικής ροής --ο οποίος καταγράφεται επίσης με την λειτουργική μαγνητική τομογραφία.
Οι σχηματισμοί αυτοί αντιστοιχούν και στην ενεργοποίηση των επιμέρους μηχανισμών και στα παράγωγά τους, δηλαδή τις συγκεκριμένες εμπειρίες. Βέβαια, δεδομένου ότι ο εγκέφαλος διεκπεραιώνει εκ παραλλήλου άγνωστο αλλά εν πάση περιπτώσει μεγάλο αριθμό φυσιολογικών και ψυχολογικών λειτουργιών (εκ των οποίων, ως γνωστόν, ελάχιστες είναι συνειδητές) ο σχηματισμός που αντιστοιχεί σε κάθε εμπειρία και στους μηχανισμούς παραγωγής της, πρώτον αποτελεί ένα μόνο μικρό μέρος της συνολικής ενέργειας που καταγράφεται ανά πάσα στιγμή, διότι, στο σύνολό της, η καταγραφόμενη ενέργεια προέρχεται από τους ενεργοποιημένους μηχανισμούς όλων των λειτουργιών που τυχαίνει να διεκπεραιώνονται εκ παραλλήλου. Ως εκ τούτου, ο σχηματισμός μιας οποιασδήποτε λειτουργίας δεν είναι διακριτός και αναγνωρίσιμος κάθε φορά που προκύπτει διότι είναι αναμιγμένος με όλους τους άλλους. Για να γίνει διακριτός, ο οποιοσδήποτε επί μέρους σχηματισμός, απαιτείται μια επιπρόσθετη διαδικασία την οποία θα περιγράψω σε λίγο.
Εν τω μεταξύ, κάθε φορά που ενεργοποιείται ο μηχανισμός μιας λειτουργίας, ο σχηματισμός που προκύπτει είναι και λίγο διαφορετικός, δεδομένου ότι ποτέ καμιά εμπειρία δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια. Αν λοιπόν, υπάρχει αντιστοιχία εμπειριών και σχηματισμών μόνο μέρος του σχηματισμού επαναλαμβάνεται, συγκεκριμένα αυτό που αντιστοιχεί στα επαναλαμβανόμενα γνωρίσματα της όποιας εμπειρίας - σε αυτά που μας επιτρέπουν να αναγάγουμε την κάθε εμπειρία σε κάποιο είδος: Παράδειγμα. Βλέπω αυτό το αντικείμενο. Το ξαναβλέπω: οι δυο εμπειρίες είναι παράγωγα της ίδιας λειτουργίας και είναι, επιπλέον, του ιδίου είδους -του είδους «μικρόφωνο». Αλλά η δεύτερη οπτική εμπειρία δεν είναι απολύτως ίδια με την πρώτη –αν όχι για άλλο λόγο τουλάχιστον γιατί η δεύτερη είναι εμπλουτισμένη από την ανάμνηση της προηγούμενής της, γιατί η δεύτερη αναδύεται στο ευρύτερο πλαίσιο που περιλαμβάνει την προηγούμενη εμπειρία.
«ποταμώ γαρ ουκ έστιν
εμβήναι δις τω αυτώ»
είχε πει ο Ηράκλειτος που είχε εντρυφήσει σε τέτοιες λεπτομέρειες. Αλλά, είπαμε, μπορεί μεν η εμπειρία να μην επαναλαμβάνεται αυτούσια, εν μέρει όμως επαναλαμβάνεται όπως ακριβώς και η λειτουργία που την παράγει. Επομένως, ο σχηματισμός ενεργοποίησης του μηχανισμού της λειτουργίας έχει κατά βάση επαναλαμβανόμενη μορφή. Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς να τον διαχωρίσουμε από το πλέγμα όλων των άλλων με τους οποίους συνυπάρχει. Αυτός ο διαχωρισμός ή η εξαγωγή του σχηματισμού που μας ενδιαφέρει από τη συνολική ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπορεύεται από τον εγκέφαλο, επιτυγχάνεται με εναλλακτικές τεχνικές που όλες τους στηρίζονται στη λογική της εξαγωγής φυσιολογικών σημάτων από τον φυσιολογικό θόρυβο: Στην ίδια λογική που βασίζεται η καταγραφή των κοινών προκλητών δυναμικών.
Συγκεκριμένα: Επανάληψη της λειτουργίας σε τακτά και γνωστά διαστήματα συνεπάγεται ότι η καταγραφή της συνολικής ακτινοβολίας σε αυτούς τους συγκεκριμένους χρόνους θα εμπεριέχει πάντα τον επαναλαμβανόμενο σχηματισμό από τη στιγμή της ενάρξεώς του ως το τέλος του αλλά πάντα διαφορετικές φάσεις όλων των άλλων σχηματισμών των οποίων η έναρξη δεν είναι συγχρονισμένη με αυτήν του σχηματισμού που μας ενδιαφέρει. Οπότε προσθέτοντας αλγεβρικά
την καταγεγραμμένη ακτινοβολία, αρχίζοντας απ’ τη στιγμή που ενεργοποιείται ο μηχανισμός της λειτουργίας που μας ενδιαφέρει και ο οποίος καταγράφεται ακέραιος στην κάθε επανάληψη, ο μεν σχηματισμός αυτός γίνεται εμφανής ως αλγεβρικό άθροισμα οι δε άλλοι που δεν ενεργοποιούνται με την ίδια χρονική τάξη μηδενίζονται ως φυσιολογικός θόρυβος.
Και επειδή πολύ φοβάμαι ότι μπλέξαμε εδώ σε λεκτικούς λαβύρινθους, θα σας δείξω την η διαδικασία παραστατικότερα με εικόνες: Έστω πως θέλουμε να ταυτοποιήσουμε τον μηχανισμό αναγνώρισης αντικειμένων -τον μηχανισμό που παράγει συνειδητές οπτικές εμπειρίες. Προκαλούμε λοιπόν την τέλεση αυτής της λειτουργίας καλώντας τον εξεταζόμενο να κοιτάζει εικόνες γνωστών αντικειμένων μία τη φορά,
και καταγράφοντας κάθε φορά και προσθέτοντας αλγεβρικά την καταγραφόμενη ακτινοβολία, τη μαγνητική ροή στην προκειμένη περίπτωση, σταδιακά βλέπουμε να ξεχωρίζει καθαρότερα ο επαναλαμβανόμενος σχηματισμός που αντιστοιχεί σ’ αυτήν τη λειτουργία.
Όπως βλέπετε σε αυτή την καρικατούρα, ο εγκεφαλικός μηχανισμός που διαφαίνεται απαρτίζεται και από μέρη (ή «εξαρτήματα»)που είναι κοινά σε κάθε λειτουργία που προϋποθέτει ανάλυση οπτικών ερεθισμάτων (ινιακός φλοιός)∙ και από μέρη κοινά σε κάθε λειτουργία που συνεπάγεται αναγνώριση του ερεθίσματος (κάτω κροταφοϊνιακή περιοχή) καθώς επίσης και η περιοχή Broca η οποία είναι αναγκαία και για την εκφορά του λόγου αλλά και για την υποσυνείδητη έστω, και αυτόματη κατονομασία του αντικειμένου που αναγνωρίζεται.
Μ’ αυτό τον τρόπο απεικονίζεται το περίγραμμα των μηχανισμών κάθε λειτουργίας. Με τον ίδιο τρόπο ενδεχομένως θα μπορούσε να απεικονιστεί και ο σχηματισμός ενός είδους παραγώγου της λειτουργίας. Ενός είδους, επαναλαμβάνω, δηλαδή όχι μιας συγκεκριμένης εμπειρίας αλλά των κοινών χαρακτηριστικών παρομοίων εμπειριών τα οποία καθορίζουν το είδος τους. Ο σχηματισμός, επί παραδείγματι, του είδους της οπτικής εμπειρίας που ονομάζουμε «μικρόφωνο», ή «τραπέζι» ή «τριαντάφυλλο»* με την επανάληψη, δηλαδή, του ίδιου ερεθίσματος
Δεν σας δείχνω όμως το περίγραμμα του σχηματισμού αυτού ή όποιου άλλου που να αντιστοιχεί σε οποιοδήποτε είδος εμπειρίας για τον απλούστατο λόγο ότι εγώ ούτε άλλος κανείς δεν έχει καταγράψει τέτοιο πράγμα ως τώρα –κι ας ακούγονται που και που από διαφόρους διάφορα. Όσο για το γιατί δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να απεικονίσουμε τον σχηματισμό μιας έννοιας (δηλαδή ενός είδους εμπειριών), εδώ συντρέχουν τεχνικοί λόγοι τους οποίους δεν θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να συζητήσουμε εδώ απόψε. Αλλά όποιοι και να είναι αυτοί οι λόγοι, το γεγονός παραμένει ότι κανείς ως τώρα δεν έχει απεικονίσει το σχηματισμό καμιάς απολύτως έννοιας.
Ενδεχομένως όμως κάποιος συνάδελφος που θα καλέσετε σ’ αυτό εδώ το συνέδριο του χρόνου ή μετά δέκα χρόνια να σας δείξει σχηματισμούς οι οποίοι να αντιστοιχούν αν όχι σε αφηρημένες έννοιες ή αν όχι σε τριαντάφυλλα τουλάχιστον σε κάποιες ευρύτερες κατηγορίες αισθητών αντικειμένων.
Αλλά ποτέ κανείς δεν θα έρθει να σας δείξει σχηματισμούς που να αντιστοιχούν στην άλφα ή στη βήτα συγκεκριμένη εμπειρία ενός συγκεκριμένου ατόμου: ένα σχηματισμό που να αντιστοιχεί, επί παραδείγματι, στη φευγαλέα οπτικο-οσφρητική αίσθηση ενός συγκεκριμένου ρόδου χρωματισμένου, συγκινησιακά και συνειρμικά απ’ την ιδιαιτερότητα της ανεπανάληπτης στιγμής, εξορυγμένον από το πολύμορφο το πρωτεϊκό και αεί ανανεούμενο ρεύμα του συνειδησιακού γίγνεσθαι οποιουδήποτε ατόμου.
Στην περίπτωση όμως που κάποιος εμφανιστεί κομίζων σχηματισμούς τέτοιους, μεμονωμένων στιγμών της υποκειμενικής μας ιστορίας, θα ήταν νομίζω φρόνιμο πριν πιστέψουμε τον ισχυρισμό του να του ζητήσουμε να μας εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίσει κανείς κάτι το ανεπανάληπτο εφόσον η ανα-γνώριση πάντα προϋποθέτει επανάληψη και εφόσον οι συγκεκριμένες εμπειρίες και επομένως οι αντίστοιχοί τους σχηματισμοί είναι φύσει ανεπανάληπτες και ανεπανάληπτοι;
Αλλά ας μη χρονοτριβήσουμε άλλο με αφελή σενάρια επιστημονικής φαντασίας∙ ας προσγειωθούμε ξανά στην καθόλου ευκαταφρόνητη πραγματικότητα. Στο τι έχει ήδη επιτευχθεί και το τι είναι εφικτό να επιτευχθεί με τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους.
Το περίγραμμα κάποιων μηχανισμών έχει ήδη καταγραφεί. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν ήδη γνωστοί και η νευροαπεικόνιση απλώς δείχνει τη δυναμική τους όψη και διάρθρωση που είναι αδύνατο να καταδειχτεί με τις κλασικές κλινικές ή επεμβατικές πειραματικές μεθόδους. Οι σχηματισμοί που θα σας δείξω έχουν όλοι καταγραφεί με τη μέθοδο της Μαγνητοεγκεφαλογραφίας στο εργαστήριό μου, στο Houston.
Και το ότι έχουν καταγραφεί και ελεγχθεί και επαληθευθεί, οφείλεται στους συνεργάτες μου που βλέπετε εδώ, και ειδικότερα τον Παναγιώτη Σίμο, του οποίους συναδέλφους θέλω άλλη μια φορά να ευχαριστήσω και να συγχαρώ.
Ιδού λοιπόν πρώτα, οι σχηματισμοί που αντιστοιχούν στις βασικές αισθητικές αποκρίσεις του φλοιού (όχι αναγκαστικά στην αναγνώριση και ταυτοποίηση των ερεθισμάτων).

Ιδού ο σχηματισμός προσλήψεως λόγου με τα δύο του κύρια χαρακτηριστικά: την επικράτηση του αριστερού ημισφαιρίου και την ενεργοποίηση της πίσω μοίρας της άνω κροταφικής έλικας (περιοχή Wernicke).
Click here to play the movie clip
Ιδού ο σχηματισμός του συνδυασμού δυο λειτουργιών: αναγνωρίσεως, πρώτον, και κατονομασίας, δεύτερον, οπτικών ερεθισμάτων.
Click here to play the movie clip
Διακρίνετε την ενεργοποίηση του ινιακού και βρεγματικού λοβού καθώς και την ενεργοποίηση της βασικής επιφάνειας της κροταφο-ινιακής περιοχής αμφοτερόπλευρα –ενδεικτικής της πρώτης λειτουργίας και εν συνεχεία, εντός μισού δευτερόλεπτου απ’ την εμφάνιση του οπτικού ερεθίσματος, την ενεργοποίηση της περιοχής Broca που διαμεσολαβεί την κατονομασία των αντικειμένων, έστω και αυτόματη και νοητή, δηλαδή χωρίς άρθρωση λόγου.
Ιδού, τώρα, το περίγραμμα του σχηματισμού που φαίνεται πως αντιστοιχεί στην παραγωγή συναισθημάτων με αφορμή ερεθίσματα όπως αυτά εδώ
Click here to play the movie clip
με κύριο γνώρισμα την ενεργοποίηση της έσω μοίρας των κροταφικών λοβών που αποτελούν μέρος του μεταιχμιακού συστήματος. Εδώ αν προσέξατε είπα «φαίνεται» γιατί τα πειράματα είναι πρόσφατα και η αξιοπιστία των σχηματισμών δεν έχει ελεγχθεί επαρκώς.
Ιδού τώρα ο σχηματισμός που αντιστοιχεί στη διεργασία αντιλήψεως του περιεχομένου χωρο-οπτικών αναπτυγμάτων, που απαιτεί το υπολογισμό του αριθμού κουκκίδων με μια μόνο ματιά.
Ο οποίος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα έντονη ενεργοποίηση του δεξιού ινιακού και βρεγματικού φλοιού
Click here to play the movie clip
Και εδώ το περίγραμμα του σχηματισμού της διεργασίας αφαίρεσης αριθμών
με ευδιάκριτη τη συμμετοχή του αριστερού τώρα ημισφαιρίου.
Click here to play the movie clip
Αρκετά νομίζω αυτά, για να έχετε μια γενική ιδέα. Αλλά τι χρησιμεύουν όλα αυτά, δεδομένου ότι οι φιλοδοξίες των περισσοτέρων εξ’ ημών των ερευνούντων είναι εντελώς διαφορετικές απ’ αυτές του «μεγάλου αδελφού» της γνωστής νουβέλας του Όργουελ, και καθόλου δεν μας συγκινεί ο ρόλος του κατασκόπου των ψυχών –ρόλος έτσι και αλλιώς ανέφικτος και παρά φύσιν.
Μας χρησιμεύουν εν πρώτοις για την κατανόηση της δομής του ανθρώπινου ψυχισμού: Ποιες απ’ τις ψυχονοητικές λειτουργίες που υποθέτουμε τον συναπαρτίζουν έχουν νευροφυσιολογική εγκυρότητα- δηλαδή διακριτούς εγκεφαλικούς μηχανισμούς και ποιες όχι –ποιες δηλαδή είναι μόνον κατ’ όνομα λειτουργίες, απλά ονόματα που σηματοδοτούν αφηρημένες κυρίως έννοιες όπως «ευφυΐα» «ηθική» «ευλάβεια» και ούτω καθ’ εξής. Ποιες είναι οι αλληλοσυνδέσεις των μηχανισμών των διαφόρων λειτουργιών ∙ ποια μέρη τους είναι αναγκαία για να προκύψει συνειδητή εμπειρία και ποια όχι … στα ερωτήματα αυτά ουκ έστιν τέλος.
Αλλά οι απεικονίσεις αυτές έχουν επίσης πρακτική αξία. Θα αναφέρω μόνο μία απ’ τις κλινικές τους εφαρμογές: την προεγχειρητική χαρτογράφηση του φλοιού. Την ταυτοποίηση, δηλαδή, των περιοχών του φλοιού των αναγκαίων για βασικές αισθητικοκινητικές και γλωσσικές λειτουργίες και τη θέση και έκτασή τους εν σχέσει προς τη βλάβη (τον όγκο, την δυσπλασία, την εστία επιληψίας και ούτω καθεξής) που πρόκειται να αφαιρεθούν χειρουργικά. Τώρα γιατί αυτού του είδους η πληροφόρηση πριν τη χειρουργική επέμβαση είναι χρήσιμη, είναι προφανές:
Πρώτον η λειτουργική τοπογραφία του εγκεφάλου είναι μόνο κατά προσέγγιση γνωστή. Τα ακριβή όρια κάθε περιοχής είναι εν πολλοίς άγνωστα και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.

Δεύτερον, η θέση των επιμέρους μηχανισμών, ακόμα και για τόσο βασικές λειτουργίες όπως η σωματαίσθηση αποκλίνουν, ενίοτε δραματικά, σε περιπτώσεις βλάβης, από τις αναμενόμενες –απ’ αυτές δηλαδή που βλέπουμε στα εγχειρίδια, λόγω σταδιακής λειτουργικής αναδιοργανώσεως του φλοιού όπως σε αυτήν την περίπτωση της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας που έχει μετατοπίσει το σωματαισθητικό ανθρωπάριο από τη φυσιολογική του θέση

όπως φαίνεται στο επάνω μέρος της εικόνας, ή όπως σε αυτήν την περίπτωση κύστης

στον αριστερό κροταφικό λοβό που έχει μετατοπίσει το μηχανισμό της γλώσσας απ’ την περιοχή Wernicke σε δύο διαφορετικά σημεία του κροταφικού λοβού.
Πριν την προεγχειρητική χαρτογράφηση, χειρουργική επέμβαση στην πρώτη περίπτωση